Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

1998 - Soldier - Στρατιώτης


Είπα να δω κι ένα παλιότερο έργο. Κάποιο που όμως δεν είχα ξαναδεί.
Διάλεξα το συγκεκριμένο γιατί αφενός έπεσε στο δρόμο μου και αφετέρου με τράβηξε η περιγραφή της υπόθεσής του καθώς και το ότι συμμετείχε πρωταγωνιστικά ο Kurt Russell που, όσο να πεις, έχει το κατιτίς του ερμηνευτικά.
Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δω και τίποτα το συγκλονιστικό. Έλπιζα απλά να μείνω ικανοποιημένος από μια ταινία που πληροί τα αναγκαία στο είδος της ώστε να μου κρατήσει ευχάριστα το ενδιαφέρον, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της διάρκειάς της.
Ευτυχώς λοιπόν, δε με απογοήτευσε στις προσδοκίες μου! Ουσιαστικά, ήταν όπως την περίμενα.

Στο μέλλον που λέτε, αρκετά χρόνια μετά όμως, τεχνολογικά η ανθρωπότητα έχει εξελιχτεί πολύ (τι πρωτότυπο ε;!). Παράλληλα, έχουν καταλήξει και σε ορισμένες «τακτικές» όσο αφορά το πώς θα συνέφερε να εκπαιδεύουν τους τότε στρατιώτες. Αντί λοιπόν (όπως τώρα), να προσπαθουν να εκπαιδεύουν, νέους μεν ενήλικους δε, άντρες και να δυσκολεύονται να τους «μεταλλάξουν» για ένα σωρό, ήδη δημιουργημένα σε αυτούς ζητήματα, «δέσμευαν» επιλεγμένα αγοράκια από μωρά ακόμα και τα απομόνωναν από τότε, σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον, με ξεκάθαρα στρατιωτικής κατεύθυνσης γραμμές και με μια πάρα μα πάρα πολύ σκληρή από κάθε άποψη εκπαίδευση.
Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν, μετά από λίγα ουσιαστικά χρόνια, όταν δηλαδή ηλικιακά τα άτομα αυτά είχαν περάσει πια το κατώφλι του εφήβου, να έχουν ολοκληρωθεί ως μονάδες - στρατιώτες, χωρίς να έχουν καμία από τις γνωστές συναισθηματικές ανθρώπινες «αδυναμίες». Ούτε καν κανονικά ανθρώπινα ονόματα δε διέθεταν. Μόνο κωδικές ονομασίες μαζί με λίγους αριθμούς. Ήταν μεν άνθρωποι αλλά χωρίς προσωπικότητα!
Εφιαλτικό;! Υπομονή, έχει και συνέχεια!
Ένας τέτοιος «στρατιώτης» ήταν και ο βασικός πρωταγωνιστής μας, ο Kurt Russell με όνομα «Todd 3465». Αρχικά βέβαια, δε διέφερε σε τίποτα απ’ όλους τους άλλους «συναδέλφους» του. Συμμετείχαν σε πολύ άγριες μάχες όλοι μαζί, με πολύ καλά αποτελέσματα όσο απάνθρωπες κι αν ήταν οι συνθήκες.
Μ' αυτά και τ’ άλλα πέρναγαν τα χρόνια (εν’ συντομία για την ταινία μας), οι στρατιώτες μας μεγάλωναν ενώ φυσικά η «εξέλιξη» δε σταμάταγε. Διαρκώς υπήρχαν νέες πειραματικές προσπάθειες στο να έχουν ακόμα καλύτερα στρατιωτικά αποτελέσματα με τέτοιες ανθρώπινες μαριονέτες. Έτσι, κάποια στιγμή, παρουσιάστηκε ένα νέο είδος τέτοιων στρατιωτών που, όχι απλώς είχαν επιλεχθεί από μωρά αλλά είχαν δεχθεί από πιο πριν, ως έμβρυα ακόμα, γενετικές παρεμβάσεις ώστε να έχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες επιδώσεις αργότερα ως άνθρωποι, μετά και από την ακόμα σκληρότερη πια εκπαίδευσή τους.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η σχετική αντικατάσταση της παλιάς γενιάς στρατιωτών με αυτούς της νέας γενιάς, ήταν απλώς θέμα χρόνου. Ο Todd μας μάλιστα, εγκαταλείφτηκε σ’ έναν «πλανήτη σκουπιδιών» όταν, μετά από μια σύντομη μάχη «σύγκρισης» μ' έναν στρατιώτη της νέας γενιάς, θεωρήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες νεκρός.
Ουσιαστικά, από εκεί και μετά ξεκινά το κύριο μέρος του έργου μας.
Ο Todd, αν και αρκετά τραυματισμένος, τελικά ζούσε. Εκεί που εγκαταλείφτηκε δε, υπήρχε ικανοποιητική ατμόσφαιρα και βαρύτητα για ανθρώπινη επιβίωση (κι αυτό, πολύ πρωτότυπο ε;!). Ανέλαβαν λοιπόν να τον περιθάλψουν, όπως μπορούσαν, κάποιοι άνθρωποι που, εδώ και αρκετά πια χρόνια, είχαν ξεμείνει και αυτοί εκεί από ατύχημα. Η βλάβη του διαστημοπλοίου τους ήταν μη διορθώσιμη και δεν είχαν καν τρόπο να ενημερώσουν παραέξω το τι τους συνέβαινε με αποτέλεσμα να θεωρούνται γενικότερα χαμένοι απ’ όλους κι απ’ όλα. Είχαν αναγκαστεί λοιπόν να φτιάξουν έναν καταυλισμό από τα διάφορα σκουπίδια, ένα είδος παραγκούπολης δηλαδή. Σιγά - σιγά, έμαθαν να ζουν εκεί με πολλές αντιξοότητες μεν αλλά και με έναν πολύ πιο ανθρώπινο τρόπο μεταξύ τους, με καλές σχέσεις, άμεση επικοινωνία, οικογένειες με παιδιά κλπ. κάτι σα χωριό παλιότερης εποχής ένα πράμα.
Όπως πιθανά καταλαβαίνετε, ο στρατιώτης μας δεν είχε καμία απολύτως σχέση μ' όλα αυτά. Αν και κανονικός άνθρωπος κατά τ’ άλλα, εγκεφαλικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι «το είχε καμένο» μετά από τόσα χρόνια παντελούς αποχής από συναισθήματα κλπ. Μόλις άρχισε να συνέρχεται από τα τραύματά του και να παρατηρεί τον τρόπο ζωής γύρω του, προσπαθούσε με ό,τι τρόπο μπορούσε να ερμηνεύσει το καθετί και να αντιληφθεί μια άλλη, νέα γι αυτόν πια διάσταση της ανθρώπινης υπόστασης που και ο ίδιος άνηκε. Το αποτέλεσμα, δε θα μπορούσε βέβαια να ήταν απολύτως επιτυχημένο (ευτυχώς, το σενάριο μας προστάτευσε από τέτοια ατοπήματα). Ωστόσο ξεκίνησε, με πολύ αργούς ρυθμούς, να ξεθάβεται και να διαμορφώνεται από τα πολύ βαθιά εσώψυχά του, η ανθρώπινης προέλευσης συναισθηματική του διάσταση. Η αρχή είχε γίνει, δύσκολα αλλά αισιόδοξα.
Φυσικά, επειδή το έργο κατά βάση είναι sci-fi και περιπέτειας, δε θα μπορούσε να «προδώσει» τους βασικούς του στόχους και να ξεφύγει σε τελείως δραματικού χαρακτήρα κατευθύνσεις. Έτσι σύντομα, ο στρατιώτης μας καλείται πάλι, σε αυτή τη νέα του πια πατρίδα, να υπερασπιστεί με άγριες και άνισες για αυτόν μάχες, την επιβίωσή του και πολύ περισσότερο την επιβίωση των εκεί, αμύητων σε εχθροπραξίες συνανθρώπων του.

Η ταινία, όπως είπα και στην αρχή, καλύπτει πάρα πολύ ικανοποιητικά τον κάθε θεατή αρκεί βέβαια αυτός να μην είναι υπερβολικά απαιτητικός από αυτήν. Σίγουρα δεν συγγενεύει στενά με ταινίες σταθμούς του είδους αλλά μπορεί και στέκεται μια χαρά στο ύψος της αφού έχει προσέξει όλα τα βασικά σημεία της.
Έτσι, από σενάριο μια χαρά! Σε αρκετά σημεία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί έως και ενδιαφέρον.
Σε επίπεδο ερμηνειών, εδώ ισχύει ένα παράδοξο. Ο πρωταγωνιστής πρακτικά... δεν ερμηνεύει καν! Θέλω να πω ότι, ακριβώς επειδή είναι τέτοιος ο ρόλος του στο σενάριο, αρθρώνει ελάχιστες κουβέντες. Ακόμα όμως και από εκφράσεις και ύφος, παίζει μέσα σε μια εξαιρετικά περιορισμένη γκάμα που εστιάζει κυρίως σε αυτά, ενός απρόσωπου και ανέκφραστου ήρωα με μια μόνιμη σκληράδα στα χαρακτηριστικά του. Έτσι, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους βασικούς ηθοποιούς, φάνταζαν να ερμηνεύουν με ιδιαίτερη επιτυχία τους σαφώς πιο σύνθετους αλλά και πάλι απλούς ρόλους τους. Το πιο κουραστικό για τον Kurt σε αυτή του την ταινία, θεωρώ πως πρέπει να είχε προκύψει πριν καν τα γυρίσματά της αφού μας παρουσιάζεται εμφανώς πολύ γυμνασμένος και μυώδης πράγμα που, ιδιαίτερα για την ηλικία του, σίγουρα θα απαίτησε σκληρή προετοιμασία!
Τα εφέ, για το είδος της ταινίας, ήταν κι αυτά ικανοποιητικά. Αυτό δηλαδή που λένε «χόρταινε το μάτι»! Δεν ξέφευγαν σε υπερβολικά φουτουριστικά πλάνα βέβαια αλλά κάλυπταν ακόμα και τα αρκετά απαιτητικά βλέμματα. Αυτός, από μόνος του, είναι κι ένας σοβαρός λόγος να κυνηγήσετε να δείτε την ταινία σε HD ποιότητα (1080p ή έστω 720p).
Ευχάριστη έκπληξη ήταν και η μουσική επένδυση της ταινίας! Αρκετά καλές επιλογές με ροκ κατευθύνσεις! Ιδιαίτερα δε εστιάζω στο τόσο υπέροχο όσο και μελωδικότατο κομμάτι «Night ride across the Caucasus» σε στίχους και ερμηνεία της Loreena McKennitt. Ευτυχώς, έβαλαν ν' ακουστεί με πλήρη απόδοση, μεγάλο μέρος του (ως τραγούδι μέσα σε ταινία), σε κατάλληλο σημείο του έργου κι έτσι το χάρηκα κάπως περισσότερο!

Μετά απ’ όσα σας είπα, δε μένει παρά να σας ευχηθώ καλή θέαση περιμένοντας πάντα και τις δικές σας απόψεις!

Για trailer έχω βίντεο που δείχνει το πλήρες απόσπασμα της ταινίας, με το μέρος του τραγουδιού «Night ride across the Caucasus» της Loreena McKennitt. Σα να λέμε «Μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια!»:



Για να είμαστε και «τυπικοί», παραπομπές για την ταινία (μ' ένα κλικ για τους πιο «απαιτητικούς»)







Αξιολόγηση:
{["Useless", "Boring", "Need more details", "Perfect"]}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δική σας η σκηνή! Αυτοσχεδιάστε!